Οινογνωσία


shutterstock_216115666

Κόκκινες ποικιλίες

Cabernet Sauvignon

Περιγραφή: Φημισμένη για την έντονη γεύση και το άρωμά του, η CabernetSauvignon, είναι μια μεστή και πλούσια σε γεύσεις και αρώματα ποικιλία. Ξεχωρίζουν η γεύση από τα κεράσια, τις σταφίδες και τα αρωματικά βότανα. Αν αφήσετε για λίγο το κρασί να «κυλήσει» στον ουρανίσκο σας θα νιώσετε την επίγευση από βατόμουρα, μαύρες σταφίδες, σμέουρα και οξιά (από το δρύινο βαρέλι), να σας διαπερνά. Το αποτύπωμα της ξηρότητάς του οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε τανίνες.

Με τι συνδυάζεται; Μια τόσο εξαιρετική και πληθωρική γεύση, «δένει» άψογα με κρέατα, όπως πάπια, βοδινό κρέας, κουνέλι, πουλερικά, λουκάνικα αλλά και εντόσθια. Εξίσου καλά συνδυάζεται και με τυριά με έντονη γεύση, όπως το ροκφόρ.

Merlot

Περιγραφή: Διαδεδομένο, ελκυστικό, περισσότερο προσιτό γευστικά και με πιο ήπια γεύση σε σύγκριση με το Cabernet Sauvignon, το Merlot φαίνεται να εδραιώνεται για τα καλά και στην Ελλάδα ως ένα γλυκόπιοτο κρασί, που συνδυάζεται εύκολα με κάθε φαγητό. Είναι ιδιαίτερα απαλό, με φρουτώδη χαρακτηριστικά από δαμάσκηνο ή βατόμουρο, αλλά και ήπια γεύση από σταφίδα, βανίλια ή κακάο.

Με τι συνδυάζεται; Είναι πολύ ευέλικτο και ευκολοσυνδύαστο. Ταιριάζει με τις περισσότερες γεύσεις, αλλά επιλέξτε το ως συνοδευτικό σε γεύματα με αρνί, βοδινό κρέας, πάπια κ.τ.λ. Είναι το καλύτερο συνοδευτικό για πιάτα ιταλικής κουζίνας.

Pinot Noir

Περιγραφή: Λεπτό και ντελικάτο στη γεύση το PinotNoir προέρχεται από τη θρυλική ποικιλία σταφυλιών που ευδοκιμεί στη γαλλική Βουργουνδία. Το χρώμα του PinotNoir ποικίλει από έντονο ρουμπινί, μέχρι ανοιχτό κόκκινο. Αναδίδει αρώματα φρούτων, από βύσσινο, κεράσι και μούρα. Συχνά έχει επίγευση από πιο γήινα υλικά, όπως τα μανιτάρια. Κατά τη δοκιμή χαρακτηρίζεται από μέτριο σώμα, με ήπιες τανίνες και οξύτητα.

Με τι συνδυάζεται; Κυρίως με απλές αλλά πλούσιες τροφές και σχετικά λιπαρές, όπως ο σολομός, το κατσίκι, το κοτόπουλο, το ζαμπόν ή το χοιρινό κρέας. Χρησιμοποιείται κατά κόρον στην κλασική γαλλική κουζίνα.

Syrah

Περιγραφή: Το κρασί syrah βγαίνει από τη συγκεκριμένη ποικιλία σταφυλιών, που έχει έντονα σκούρο χρώμα στη σάρκα του. Το συγκεκριμένο κρασί έχει πολύ σκούρο κόκκινο χρώμα σχεδόν αδιαφανές, έντονη και γεμάτη γεύση, με πολλές τανίνες και μεγάλη οξύτητα και αρώματα από σοκολάτα και βατόμουρο.

Με τι συνδυάζεται: Το Syrah ταιριάζει όμορφα με έντονες δυνατές γεύσεις όπως είναι το συκώτι, το πατέ, το κοκκινιστό, τα λουκάνικα, το κρέας πάπιας, τα μαύρα φασόλια και γενικά με τα ψητά κρέατα.

Λευκές ποικιλίες

Chardonnay

Περιγραφή: Εάν έχετε καλεσμένους ή αν εσείς θέλετε ένα ποτήρι λευκό κρασί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδανική επιλογή είναι το Chardonnay. Με λεπτή, ραφιναρισμένη γεύση, είναι ένα από τα πλέον διάσημα λευκά κρασιά. Με υψηλή ποιότητα, αλλά και προσαρμοστικότητα διακρίνεται για το γευστικό πλούτο και τη φρουτώδη πολυπλοκότητά του. Οι ποικιλίες αφθονούν, υπάρχουν οι πιο λεπτές καθαρές γεύσεις, αλλά και οι πλούσιες περισσότερο μεστές και σύνθετες γεύσεις. Τις περισσότερες φορές να περιμένετε ένα ήπιο σώμα γεύσεων από μήλο, αχλάδι, βανίλια ή βούτυρο.

Με τι συνδυάζεται: Είναι το πιο φημισμένο λευκό κρασί στην Καλιφόρνια οπότε ταιριάζει καλά με την αμερικανική κουζίνα και τα ψητά κρέατα και ψάρια (ψητά κοτόπουλα, σολομός) αλλά και οστρακοειδή και αβοκάντο. Εξίσου καλά συνδυάζεται και με τη γαλλική κουζίνα και τη σάλτσα.

Sauvignon Blanc

Περιγραφή: Είναι το ελαφρύτερο από τα λευκά κρασιά. Κύριο χαρακτηριστικό του SauvignonBlanc είναι η τραγανή οξύτητα και το έντονο άρωμα από βότανα ή εσπεριδοειδή. Φινετσάτο λευκό κρασί, διακρίνεται όχι μόνο από έντονη οξύτητα, αλλά και ξηρότητα στη γεύση. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα προσιτό κρασί.

Με τι συνδυάζεται; Επιλέξτε να το συνοδεύσετε με κάποιο ελαφρύ γεύμα ή λευκό κρέας και ιδίως με θαλασσινά. Λειτουργεί άψογα δε ως απεριτίφ.

Reisling

Περιγραφή: Η συγκεκριμένη ποικιλία σταφυλιών ευδοκιμεί στην περιοχή του Ρήνου. Δημιουργεί κρασιά αρωματικά, με φρουτώδη γεύση και αρώματα λουλουδιών. Τα συγκεκριμένα κρασιά έχουν έντονη οξύτητα και είναι συνήθως ξηρά και κάπως γλυκά στη γεύση. Είναι από τις ποικιλίες εκείνες, η γεύση των οποίων αλλάζει αισθητά ανάλογα με την περιοχή καλλιέργειας των σταφυλιών.

Με τι συνδυάζεται: Το Reisling συνδυάζεται υπέροχα με το φαγητό καθώς έχει εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στην οξύτητα και τη γλυκύτητά του. Ταιριάζει πολύ με ψάρια και χοιρινό, αλλά και με τα έντονα πιάτα της ταϋλανδέζικης και της κινεζικής κουζίνας.

Vilana

Στην Κρήτη μπορεί να κυριαρχούν τα κόκκινα σταφύλια, αλλά η βηλάνα είναι η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα των λευκών ποικιλιών αμπέλου του νησιού. Λόγω της μακράς οινικής ιστορίας του ένδοξου αυτού νησιού, η βηλάνα αποτελεί γέφυρα με τα αρχετυπικά λευκά κρασιά της αρχαίας Κρήτης. Η ποικιλία αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή φρέσκων ξηρών λευκών κρασιών, αλλά κάποιοι φιλόδοξοι παραγωγοί κυκλοφορούν μικρές ποσότητες κρασιών υψηλής κατηγορίας, που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι.

Χαρακτηριστικά των κρασιών από βηλάνα είναι το μέτρια βαθύ κίτρινο χρώμα, η μέτρια ένταση αρωμάτων στη μύτη και στο στόμα (νότες λεμονιού, πορτοκαλιού, αχλαδιού, λουλουδιών, όπως γιασεμί και βοτάνων). Φρέσκα και καλοσχηματισμένα στο στόμα, δεν είναι πολύ ογκώδη και έχουν μέτρια οξύτητα και αλκοόλη. Η βηλάνα συναντάται κυρίως στις περιοχές του Ηρακλείου και του Λασιθίου Κρήτης. Χαρακτηριστικά δείγματα από το Ηράκλείο έχουν τη γεωγραφική ένδειξη ΠΟΠ Πεζά (αποκλειστικά από βηλάνα), ενώ από το Λασίθι την ένδειξη ΠΟΠ Σητεία (όπου η βηλάνα αναμειγνύεται με το θραψαθήρι). Η αφθονία της βηλάνας επιτρέπει στους περισσότερους καλλιεργητές να πειραματιστούν, οπότε η ποικιλία συνδυάζεται με άλλες γηγενείς της Ελλάδας (π.χ. οι μαλβαζία και μοσχοφίλερο) ή και διεθνείς.

Η βηλάνα δίνει μαλακά, ελκυστικά και ευκολόπιοτα λευκά κρασιά, ιδανικά για τις ζεστές καλοκαιρινές ημέρες. Ο χαρακτήρας τους ταιριάζει με τραπέζια πολλών διαφορετικών πιάτων, απλών ή και σύνθετων, κάτι που απολαμβάνουν οι Κρητικοί. Τα κρασιά από βηλάνα προορίζονται συνήθως για άμεση κατανάλωση, έως και μέσα σε τρία χρόνια από την εσοδεία τους, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι, βελτιώνονται στη φιάλη για πέντε χρόνια ή περισσότερο.

Μαλαγουζία

Η μαλαγουζιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ποικιλία-πεμπτουσία της αναγέννησης που έχουν σημειώσει τα σύγχρονα ελληνικά κρασιά, όπως διαπιστώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είναι η σχηματοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι έλληνες οινοπαραγωγοί ανακαλύπτουν ξανά το δυναμικό τους. Στη δεκαετία του 1970, η μαλαγουζιά θεωρείτο εξαφανισμένη και την ήξεραν ελάχιστοι. Σήμερα, μετά από επίπονη εργασία πανεπιστημιακών καθηγητών, κορυφαίων καλλιεργητών και οινολόγων, η μαλαγουζιά θεωρείται ευρέως ως σταφύλι παγκόσμιας εμβέλειας, που δίνει έξοχα ξηρά λευκά κρασιά, καθώς επίσης και μερικά εκπληκτικά γλυκά.

Η μαλαγουζιά δίνει κρασιά με μέτρια απαλό κιτρινοπράσινο χρώμα και πολύ έντονη, εξαιρετικά εκφραστική μύτη, με νύξεις ροδάκινου, πράσινης πιπεριάς, βασιλικού και λουλουδιών. Στο στόμα, το κρασί είναι στρογγυλό, γεμάτο, αλλά πάντα φρέσκο, με μετρίως υψηλά επίπεδα αλκοόλης. Τα γλυκά κρασιά παράγονται από σταφύλια όψιμου τρύγου, γεγονός που τα καθιστά ακόμα πιο πυκνά και αρωματικά. Γενικά, η ωρίμαση σε βαρέλι κολακεύει τη μαλαγουζιά, αν και τα κρασιά δεξαμενής είναι εξίσου εντυπωσιακά. Προέλευση της εν λόγω ποικιλίας θεωρείται η δυτική πλευρά της κεντρικής Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία), όπου ήταν γνωστή κυρίως για την παραγωγή γλυκών κρασιών. Σύγχρονες καλλιέργειες εμφανίστηκαν ξανά στον αμπελώνα στη Χαλκιδική, ενώ υπάρχουν πολυάριθμοι παραγωγοί που καλλιεργούν πια μαλαγουζιά, που απαντάται έτσι, σε πολλές αμπελουργικές περιοχές της Ελλάδας.

Η μαλαγουζιά είναι μια εξαιρετικά επιτυχημένη ποικιλία αμπέλου, με μεγάλη αναγνώριση. Τα κρασιά από αυτήν είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα αρωματικών λευκών κρασιών, γεμάτα ζωντάνια και πολυπλοκότητα. Τα ξηρά συνοδεύουν ιδανικά λαχανικά και γενικότερα σαλάτες, ακόμα και αγκινάρες, που είναι γνωστές για τη δυσκολία τους στο συνδυασμό με κρασί. Τα γλυκά είναι θαυμαστοί συνοδοί επιδόρπιων με φρούτα. Παραδόξως, η ξηρή μαλαγουζιά μπορεί να εξελιχθεί στη φιάλη για τέσσερα ή περισσότερα χρόνια, ενώ τα γλυκά κρασιά χρειάζονται τέσσερα έως επτά χρόνια για να ξεδιπλώσουν το δυναμικό τους, αν και διατηρούνται καλά και μετά από αυτό το χρονικό διάστημα

Μοσχοφίλερο

Αν κάποιος ψάχνει μια λευκή ελληνική ποικιλία που να υπόσχεται να δροσίσει και να φρεσκάρει, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν πρωτόγνωρο για μεσογειακή χώρα εξωτισμό, το μοσχοφίλερο είναι η πρώτη που έρχεται στο μυαλό και μάλιστα αυτόματα. Το χαρισματικό αυτό σταφύλι –το πιο αρωματικό από όλα τα μέλη της οικογένειας των φιλεριών, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, με το συνθετικό «μόσχο» – μπορεί στην πραγματικότητα να διαθέτει ρώγες με ερυθρωπή ή γκριζωπή φλούδα. Ωστόσο, χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την παραγωγή ξηρών λευκών και ελάχιστων αφρωδών οίνων. Συχνά βέβαια συμμετέχει και σε χαρμάνια οίνων (ανάμεσά τους και πολλοί ΠΓΕ), όπου τα «ανεβάζει» με το μοναδικό άρωμά του.

Πυρήνας της καλλιέργειας του όψιμου μοσχοφίλερου είναι η Πελοπόννησος και ιδιαίτερα το οροπέδιο της Μαντινείας. Εκεί, στα ορεινά κρύα εδάφη της περιοχής, μοσχοφίλερο-Μαντίνεια μεγαλουργούν, δίνοντας τους λευκούς οίνους ΠΟΠ Μαντίνεια. Αρκεί απλώς το ποτήρι να πλησιάσει τη μύτη και το μοσχοφίλερο χαρίζει απλόχερα τα φίνα και εξωτικά αρώματά του, με νότες λίτσι, ροδοπετάλων και λεμονανθών. Με την πρώτη γουλιά παρασύρει με την παιχνιδιάρικη διάθεση που δημιουργεί το ελαφρύ σώμα του, η γαργαλιστική οξύτητα και το πικάντικο τελείωμα. Το μοσχοφίλερο μάλιστα δεν θυσιάζει τα χαρακτηριστικά αυτά ούτε όταν οινοποιηθεί με τη μέθοδο της Καμπανίας, για να δώσει λεπτά αφρώδη κρασιά, ούτε όταν εκχυλιστεί στην περίπτωση των ροζέ κρασιών, ούτε καν όταν ωριμάσει σε βαρέλι, στις σπάνιες περιπτώσεις που οινοπαραγωγοί αποφασίσουν να του προσδώσουν πάχος και όγκο.

Εξωτικό, αναπάντεχο και γεμάτο φρεσκάδα, το μοσχοφίλερο πλημμυρίζει τις αισθήσεις, δημιουργώντας με μοναδικό τρόπο ένα αίσθημα ευφορίας και χαράς, είτε ως απεριτίφ, είτε δίπλα σε κομψά πιάτα. Κάθε νέος στην ηλικία, στη γνώση, αλλά και στη διάθεση, ανεξάρτητα από τη βιολογική του ηλικία, θα βρει στο μοσχοφίλερο το εισιτήριο για ένα υπέροχο ταξίδι! Οι δε γνώστες μπορούν να εμπιστευθούν στο μοσχοφίλερο τη χαλάρωση και την αναψυχή τους, χαμογελώντας πονηρά σε αυτήν τη σαγηνευτική ποικιλία.

Ροδίτης

Το γεγονός ότι ο ροδίτης είναι η πλέον πολυφυτεμένη λευκή ποικιλία και παράλληλα η βάση για εκατοντάδες «απλά» και καθημερινά –ή και λιγότερο «απλά»– λευκά κρασιά, έχει οδηγήσει στο χαρακτηρισμό του ως «ταπεινή» ποικιλία. Στην πραγματικότητα όμως, ούτε λευκή ποικιλία είναι, αφού το χρώμα της φλούδας των ρωγών της είναι ερυθρωπό, ούτε «ταπεινή», εφόσον κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να προσφέρει αξιόλογα και ιδιαίτερα κρασιά. Με δεδομένη μάλιστα τη σχετικά χαμηλή τιμή τους, ο ροδίτης θέτει υποψηφιότητα για την πλέον «value for money» ποικιλία του ελληνικού αμπελώνα.

Καλλιεργούμενος απ’ άκρη σ’ άκρη της ηπειρωτικής χώρας, ο ροδίτης δίνει τα λευκά κρασιά ΠΟΠ Πάτρα, συνδράμει στα λευκά κρασιά ΠΟΠ Αγχίαλος και ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα, ενώ συμμετέχει σε αμέτρητους οίνους ΠΓΕ. Πολλές φορές παρουσιάζεται υδαρής και πλαδαρός, αλλά η τιθάσευση της χωρίς όρια παραγωγικότητάς του, η επιλογή ορεινών αμπελώνων, η προσεκτική οινοποίηση και η παραμονή των κρασιών για μικρά διαστήματα με τις οινολάσπες τους, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία, που μετατρέπουν το εν δυνάμει ασχημόπαπο σε πριγκιπόπουλο! Έτσι, οι σύγχρονοι, υψηλής ποιότητας ροδίτες διαθέτουν καθαρά, λεμονάτα –και ανάλογα με την περιοχή, ορυκτώδη– αρώματα, ελαφρύ προς μέτριο σώμα και δροσιστική οξύτητα, στοιχεία που τους προσδίδουν «ευρωπαϊκή» στόφα και ευελιξία στο τραπέζι.

Παρά την αμπελοκαλλιεργητική του κυριαρχία, ο ροδίτης παραμένει μια από τις πλέον ανεξερεύνητες ελληνικές ποικιλίες, αλλά και μια τρανή απόδειξη των δυνατοτήτων των σύγχρονων κρασιών της Ελλάδας, σε κάθε επίπεδο. Γιατί κάθε ανήσυχος οινόφιλος, που θα απολαύσει μια φιάλη κρασιού, είτε σαν απεριτίφ, είτε σαν εξαιρετικό συνοδό ορεκτικών και όχι μόνο πιάτων, όχι μόνο θα διευρύνει τους οινικούς του ορίζοντες, αλλά θα έχει πραγματοποιήσει μια εξαιρετικά «έξυπνη» αγορά, ψηφίζοντας ροδίτη.

Ροζέ Ποικιλίες

Περιγραφή: Όπως προκύπτει και από το όνομά τους, όλα τα ροζέ κρασιά έχουν ένα χαρακτηριστικό ροζέ χρώμα που οφείλεται κυρίως, στην τεχνική της οινοποίησης, κατά την οποία χρησιμοποιούνται μερικές μόνο από τις χρωστικές ίνες των κόκκινων σταφυλιών, ώστε να παραχθεί το χαρακτηριστικό αυτό ροζ χρώμα.

Σε κάθε περίπτωση οι τεχνικές διαφέρουν και χρειάζονται ιδιαίτερη ικανότητα από τον οινοπαραγωγό, που θα συνδυάζει γεύσεις και αρώματα και θα δώσει το χαρακτηριστικό ροζέ χρώμα.

Η διάδοσή τους ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80, τότε που εκτοξεύθηκε η φήμη των λευκών κρασιών και οι οινοπαραγωγοί αναζητούσαν τρόπο για να διοχετεύσουν στην αγορά τα αποθέματα από τις κόκκινες ποικιλίες σταφυλιών. Το αποτέλεσμα ήταν το ροζέ κρασί. Σε αρκετές περιπτώσεις πάντως, το ροζέ κρασί προέρχεται και από την πρόσμιξη λευκής και κόκκινης ποικιλίας σταφυλιών-και όχι αποκλειστικά από την επεξεργασία των κόκκινων σταφυλιών.

Οι χρωματικές αποχρώσεις τους ποικίλλουν, από ανοικτό-απαλό ροζ μέχρι πιο έντονο. Μπορούν να είναι περισσότερο λεπτά στη γεύση, με έντονη γλυκύτητα ή και ξηρά με γλυκιά επίγευση.

Με τι συνδυάζονται; Είναι ελαφρά στη γεύση και ημίγλυκα, οπότε ταιριάζουν άψογα με περισσότερο πικάντικα γεύματα (ασιατικής ή λατινοαμερικάνικης προέλευσης), καθώς η γεύση τους βοηθάει τον ουρανίσκο να ανακουφιστεί… Μπορεί να μην ταιριάζει με ένα μπολ με chili, αλλά σίγουρα ταιριάζει με πιο λιπαρά εδέσματα, όπως τα nachos και ή τορτίγια με λιωμένο τυρί κτλ.

Pin It on Pinterest

Share This